Με τον όρο Πυραμίδα του Ελληνικού αποκαλείται μνημείο στην περιοχή του Άργους, κτισμένο πάνω στην οδική αρτηρία που ένωνε το Άργος με την Τεγέα.

Η ονομασία του προέρχεται από τη χαρακτηριστική πυραμιδοειδή μορφή του. Η χρονολόγηση του κτίσματος είναι αντικείμενο διαφωνιών, με την αρχική και πιο διαδεδομένη εκτίμηση να την τοποθετεί στον 4ο π.Χ. αιώνα. Για την πιθανή χρήση του έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες, π.χ. ότι χρησίμευε ως τύμβος, οχυρό, ή φρυκτωρία.

Ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.) στο έργο του Ελλάδος περιήγησις στο δεύτερο βιβλίο, Κορινθιακά (XXV, 7), αναφέρεται σε πυραμιδοειδές οικοδόμημα, χωρίς να είναι σαφές αν αυτό πρόκειται για την πυραμίδα του Ελληνικού ή τη γειτονική Πυραμίδα του Λυγουριού:

«Δεξιά καθώς κανείς πηγαίνει από το Άργος προς την Επιδαυρία υπάρχει οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα και έχει απεικονισμένες ανάγλυφες ασπίδες του σχήματος των αργολικών ασπίδων. Αυτού είχε πολεμήσει ο Προίτος εναντίον του Ακρισίου για την βασιλεία, και λένε πως ο αγώνας έληξε ισόπαλος και γι’ αυτό αργότερα συμφιλιώθηκαν, αφού ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπόρεσε να πετύχει αποφασιστική νίκη. Λένε πως τότε πρώτη φορά συγκρούστηκαν οπλισμένοι με ασπίδες και οι ίδιοι και το στράτευμά τους. Για όσους εκατέρωθεν έπεσαν, επειδή ήταν συμπολίτες και συγγενείς, έγινε σ’ αυτό το μέρος κοινός τάφος». (Μετάφραση Νικολάου Παπαχατζή)

Όπως φαίνεται από το κείμενο, κατά την εποχή του Παυσανία το αναφερθέν οικοδόμημα ήταν διακοσμημένο με αργολικές ασπίδες και θεωρείτο, κατά τον ίδιο, τάφος (τύμβος) των πολιτών και συγγενών που έπεσαν σε μάχη πολεμώντας για την εξουσία. Χαρακτηριστικό της παλαιότητας της κατασκευής, σύμφωνα με τον Παυσανία, είναι ότι πρώτη φορά τότε είχαν χρησιμοποιηθεί ασπίδες σε μάχη.

Η πυραμίδα του Ελληνικού

Το 1991 η επιστημονική ομάδα του καθηγητή Ιωάννη Λυριτζή, διεξήγαγε έρευνα εφαρμόζοντας μία νέα μέθοδο χρονολόγησης. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής ήρθαν σε ευθεία σύγκρουση με προηγούμενα πορίσματα αρχαιολόγου της αμερικανικής αποστολής του 1938, αφού η νέα ηλικία των κτισμάτων τοποθετείται στα μέσα προς το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. αντί του μόλις 3ου-4ου αιώνα π.Χ.

Η καθηγήτρια Μέρι Λέφκοβιτς (Mary Lefkowitz) έχει διαφωνήσει με τα παραπάνω συμπεράσματα, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι πέτρες που μετρήθηκαν μπορεί να ήταν ανακυκλωμένες από παλαιότερα κτίσματα, και ότι προηγούμενες έρευνες κατά τη δεκαετία του 1930, που επιβεβαιώθηκαν τη δεκαετία του 1980 από την αρχαιολόγο Helena Fracchia, αγνοήθηκαν. Ο Λυριτζής απάντησε σε άρθρο του σε επιστημονικό περιοδικό ότι η Λέφκοβιτς δεν κατανόησε και ερμήνευσε λανθασμένα την επιστημονική μέθοδο που ακολουθήθηκε.

Απεικόνιση της πυραμίδας, 1887

Ο αρχαιολόγος καθηγητής Aδαμάντιος Σάμψων έγραψε πως έχει ήδη αποδειχθεί ότι το μνημείο χτίστηκε πάνω σε θεμέλια κτιρίου της Πρωτοελλαδικής εποχής, συνεπώς χτίστηκε σε κατοπινό από αυτή χρόνο. Εκτός αυτού, η τοιχοποιία της πυραμίδας, παρόμοια με εκείνη του Λυγουριού, καταδεικνύει την Κλασική ή Ύστερη Κλασική περίοδο. Κατά τον Σάμψων, η χρονολόγηση που έδωσε η ομάδα Λυριτζή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Η αναφορά σε πυραμίδες στον Ελλαδικό χώρο γίνεται για πρώτη φορά το 1806. Οι πυραμίδες είναι το σήμα κατατεθέν της Αιγυπτιακής αρχιτεκτονικής. Ωστόσο, στον Ευρωπαϊκό χώρο οι αρχαιότερες πυραμίδες ή πυραμιδοειδή κτίσματα όπως είναι η ακριβής περιγραφή τους, βρίσκονται στην Ελλάδα.

Οι ιστορικές αναφορές στις Ελληνικές πυραμίδες είναι ελάχιστες αλλά συνολικά ξεπερνούν τις 26.

Ως σημαντικότερα πυραμιδοειδή κτίσματα αναφέρονται:

Η πυραμίδα του Ελληνικού (Άργους)
Η πυραμίδα του Λυγουριού (Επίδαυρος)
Η πυραμίδα της Δαλαμανάρας (Άργους)
Η πυραμίδα της Καμπίας (Νέα Επίδαυρος)
Η πυραμίδα της Σικυώνας (Άργους)
Η κλιμακωτή πυραμίδα του Αμφείου (Θήβας)
Η πυραμίδα των Βιγκλαφίων (Λακωνίας).

Σε αντίθεση με τις Αιγυπτιακές, οι Ελληνικές πυραμίδες έχουν μικρότερο μέγεθος και είναι κατασκευασμένες με λίθους. Ο σκοπός κατασκευής τους παραμένει αδιευκρίνιστος αλλά αποτελούν μοναδικά ιστορικά μνημεία.

Η πυραμίδα του Λυγουριού, των Χανίων, των Βιγκλαφίων είναι μερικές από τις πιο γνωστές στην Ελλάδα με τις περισσότερες να μην διασώζονται σε καλή κατάσταση, εξαιτίας της φθοράς του χρόνου και του ανθρώπινου παράγοντα.